Έτσι όπως είχα βυθιστεί
στης μέριμνας το στρώμα
φωνές ακούω από βουητό
“Ξύπνα, κοιμάσαι ακόμα;”
“Στ αλήθεια μου συνέβη αυτό;
Ή ειν’ τάχα στ’ όνειρό μου;”
Δύσπιστα αναρωτήθηκα
κι άλλαξα το πλευρό μου.
Μα πριν ξανά η ρουτίνα μου
σε ύπνο βαθύ με ρίξει
τράνταγμα έρχεται γερό
τα μάτια μου ν’ ανοίξει.
“Δεν είναι απλά η ιδέα μου,
το ‘πιασε η αίσθησή μου,
κάτι αλλόκοτο έρχεται
να αλλάξει τη βολή μου.
Άραγε να’ ναι σοβαρό;
με φόβο αναρωτιέμαι,
δουλειές στη μέση έχω πολλές
Θεέ μου βοήθησέ με!”
Καθώς αυτά σκεφτόμουνα
με διαπερνά ένα ρίγος
νιώθω πως είμαι αδύναμος
κι ο χρόνος μου είναι λίγος.
Κι όπως τα συλλογίζομαι
ζωής σωστά και λάθη,
απόκοσμο ακούω βρυχηθμό
απ του βυθού τα βάθη.
Σείεται η γη και προσκαλεί
κάθε δούλο κι αφέντη,
με κέφι να παρευρεθεί
στου Εγκέλαδου το γλέντι.
“Μήπως ξυπνά το ηφαίστειο;”
το λεν και στις ειδήσεις,
ξυπνά ο βυθός, ξυπνά η γη
ξυπνούν οι συνειδήσεις.
Βλέπουν του μάγματος ροή
τις τύχες μας να ορίζει
άλλοτε εκρήξεις να γεννά
είτε να μας κοιμίζει.
Θεός και φύση ενώνονται
και λένε ένα πράγμα
πως έτσι είναι η ζωή
ρευστή όπως το μάγμα.
Κι είδαν όλοι τον κίνδυνο
και την ανοησία
που κρύβει η βεβαιότητα
και η ακινησία.
Έτσι όπως είχα βυθιστεί
στης μέριμνας το στρώμα
φωνές ακούω από βουητό
“Ξύπνα, κοιμάσαι ακόμα;”