Η ευθύνη των ΜΜΕ στην περίπτωση του Julian Assange.

Η απελευθέρωση του Αυστραλού δημοσιογράφου στα τέλη Ιουνίου έκλεισε τον κύκλος μιας δοκιμασίας δεκατεσσάρων ετών. Δεν ελαφρύνει όμως την ευθύνη των διωκτών του. Σε αυτόν τον τομέα, η Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και η Στοκχόλμη έδρασαν με τη συνενοχή ενός θεσμού που υποτίθεται ότι λέει την αλήθεια στην εξουσία και προστατεύει τους αθώους, τον τύπο.

Από τις 25 Ιουνίου 2024, χάρη σε μια συμφωνία «αποδοχή της ενοχής του» που συνήφθη με το Αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο Τζούλιαν Ασάνζ είναι ελεύθερος. Όμως, ο παγκόσμιος Τύπος δεν έδειξε τόσο χαρούμενος όσο θα έπρεπε για την επιστροφή στην κοινή ζωή ενός δημοσιογράφου που κυνηγήθηκε όσο κανείς επειδή έκανε την δουλειά του. Αντ’ αυτού τα πρωτοσέλιδα χαρακτηρίζονταν από μια περίεργη αυτοσυγκράτηση. «Οι ενέργειές του δίχασαν την κοινή γνώμη », σημείωσε η The Guardian (26 Ιουνίου), «αριστερή» καθημερινή εφημερίδα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία είχε δημοσιεύσει αρκετές δεκάδες άρθρα εχθρικά προς τον ιδρυτή του WikiLeaks. Πάντα, τα πορτρέτα που είναι αφιερωμένα στο αίσιο τέλος δίνουν άφθονο χώρο στους επικριτές: «ένας απερίσκεπτος πληροφοριοδότης που έθετε ζωές σε κίνδυνο» (The New York Times, 27 Ιουνίου), «κάποιος που επιδιώκει τη δημοσιότητα» (BBC, 25 Ιουνίου), «ύποπτος για κατασκοπεία υπέρ της Μόσχας» (FranceInfo, 25 Ιουνίου), εν ολίγοις, ένας «προβληματικός χαρακτήρας» (Le Monde, 27 Ιουνίου).  

Οι άλλοτε συνεργάτες (μιας και υπήρξε συμφωνία για την αναδημοσίευση του υλικού του WikiLeaks): New York Times, The Guardian, Der Spiegel, El País και Le Monde επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα δημοσιεύματα και τα εκρηκτικά θέματα που αναδείκνυαν: η εγκληματική συμπεριφορά του Αμερικάνικου στρατού στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η κόλαση της φυλακής του Γκουαντάναμο, το παρασκήνιο της αμερικανικής διπλωματίας ήταν κάποια από αυτά. Όλοι ήξεραν ότι αυτές οι αποκαλύψεις αποτελούν απειλή για το κατεστημένο. Στις 25 Δεκεμβρίου 2010, η συντακτική ομάδα της Le Monde ανακήρυξε τον Τζούλιαν Ασάνζ «άνθρωπο της χρονιάς».

Η αποκαθήλωση

Ο άλλοτε πληροφοριοδότης μπαίνει στο στόχαστρο των συνεργατών. Στις 27 Νοεμβρίου 2018 η The Guardian τον κατηγορεί για κρυφές συναντήσεις με τους Ρώσους και τον Paul Manafort (Διευθυντής της προεκλογικής καμπάνιας του Donald Trump). Τα δημοσιεύματα του Guardian αναπαράγονται σε άλλα συστημικά μέσα ανά τον κόσμο. Άλλα μέσα αναπαράγουν φήμες για κατηγορίες βιασμού: Η Charlie Hebdo γράφει για τον Τζούλιαν Ασάνζ  ως ένα «βιαστή και διανοητικά εξασθενημένου» (23 Νοεμβρίου 2022) – οι δημοσιογράφοι σπάνια διευκρίνιζαν ότι οι κατηγορίες δεν πέρασαν το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας. Τελικά, όλα αυτά τα δημοσιεύματα αποδεικνύονται (σύμφωνα με έρευνα με επικεφαλής τον κ. Nils Melzer, πρώην ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)) ως μια συνωμοσία που αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση του ιδρυτή του WikiLeaks.

Για τα μέσα ενημέρωσης, το ζήτημα στην υπόθεση Ασάνζ θα έπρεπε να ήταν ξεκάθαρο: τον Μάιο του 2019, οι Ηνωμένες Πολιτείες του απήγγειλαν κατηγορίες βάσει του νόμου περί κατασκοπείας του 1917, απειλώντας έτσι ολόκληρο το επάγγελμα με ποινικοποίηση . Η έκδοσή του στις αμερικανικές φυλακές θα σήμαινε την επίσημη συνθηκολόγηση της «τέταρτης εξουσίας». Παρόλα ταύτα, οι πρώην «συνεργάτες» του WikiLeaks δεν αντιτάχθηκαν σθεναρά στο ενδεχόμενο παράδοσης του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η δε συνεργασία των μέσων ενημέρωσης στη δίωξη και δυσφήμιση του ιδρυτή του WikiLeaks φέρνει ακόμα περισσότερα σύννεφα και αμφιβολίες για την «ελευθερία» της Τέταρτης εξουσίας. Τελικά ο Τζούλιαν Ασάνζ έπρεπε να δηλώσει ένοχος για το ότι έκανε τη δουλειά του.

Περίληψη του πρωτότυπου άρθρου της “Le Monde diplomatique” «Les médias contre Julian Assange »  Αύγουστος 2024

Leave a comment