Όταν κοιτάς από ψηλά… (Η απόδραση προς την ισορροπία)

Τρία γνώριμα στιγμιότυπα:

– Οι γειτόνισσες καλημερίζονται. “Τα έμαθες;” ρωτάει η πρώτη. “Τι έγινε;” αποκρίνεται η δεύτερη, ήδη με μια αίσθηση αγωνίας στο βλέμμα της. “Μπήκαν στο σπίτι της Μαρίας, της κόρης του κυρ Ανέστη, το έκαναν φύλλο και φτερό”, ανακοινώνεται το δυσάρεστο μαντάτο και ακολουθούν λεπτομέρειες.

– Ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Τη ρουτίνα ταράζει ξαφνικά η σειρήνα ενός διερχόμενου ασθενοφόρου.”Τι συνέβη πάλι;” ρωτάει κάποιος. Τα επόμενα αρκετά λεπτά της συζήτησης που ξεκινά περιστρέφονται γύρω από εμπειρίες των παρευρισκομένων από αντίστοιχα άσχημα γεγονότα.

– Ένα ακόμα κεντρικό δελτίο ειδήσεων ξεκινά. Η όποια θετική διάθεση μπορεί να έχει συντηρήσει ο τηλεθεατής στη διάρκεια της ημέρας εξανεμίζεται μέσα σε ελάχιστα λεπτά. “Σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί”. Συμφορές σερβιρισμένες με δημοσιογραφικά κλισέ, μια γενικευμένη απαισιοδοξία.

Με αφορμή την εκκίνηση του νέου ημερολογιακού έτους, τον απολογισμό που συνήθως γίνεται και τις υποσχέσεις με τις οποίες δεσμεύουμε τον εαυτό μας, η άσχημη διάθεση που κυριαρχεί τόσο στις ειδήσεις όσο και στις καθημερινές διαπροσωπικές μας σχέσεις είναι ένα ζητούμενο προς αλλαγή. Για να το καταφέρουμε οφείλουμε πρώτα να εντοπίσουμε τις αιτίες.

Από τα παραπάνω στιγμιότυπα λοιπόν μπορούν να προκύψουν δύο διαφορετικά σκέλη προβληματισμού:

α) Αφού προφανώς υπάρχουν και ευχάριστα νέα γιατί αυτά δεν ακούγονται ή, ακόμα κι όταν συμβαίνει αυτό, γιατί επισκιάζονται από τα δυσάρεστα;

β) Είναι στ’ αλήθεια αυτός ο κόσμος μας; Ή, καλύτερα, ποια είναι η αλήθεια;

Σχετικά με το πρώτο σκέλος, αν και σε αντίφαση με τη συνήθη παραίνεση να βλέπουμε τη ζωή με αισιοδοξία, οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους φαίνεται να αποζητούν τα δυσάρεστα νέα. “Γιατί αυτά μας φέρνουν πιο κοντά, αυτά μας δένουν παιδί μου” ίσως να έλεγε σε μια απόπειρά της να εξηγήσει το φαινόμενο η συμπαθής γειτόνισσα. “Γιατί αυτά πουλάνε” θα απαντούσε πιθανότατα μες στην ειλικρίνειά του ο αρχισυντάκτης του κεντρικού δελτίου. Ισχυρές απαντήσεις και οι δύο χωρίς αμφιβολία. Τι θα συνέβαινε όμως αν το σκηνικό της γειτονιάς το αντικαθιστούσε η ημέρα της τοπικής πανήγυρης, ή αυτό του σούπερ μάρκετ άλλαζε με ένα χαλαρό καλοκαιρινό απόγευμα στην παραλία; Η “προσκόλληση” στα δυσάρεστα γεγονότα θα ήταν η ίδια ή αυτά θα ωθούνταν με συνοπτικές διαδικασίες εκτός πλαισίου συζήτησης των παρευρισκομένων; Η εμπειρία δείχνει ότι τόσο το γλέντι και ο χορός του πανηγυριού όσο και η ευχάριστη κουβέντα στην παραλία θα περιθωριοποιούσαν γρήγορα κάθε προσπάθεια διείσδυσης δυσάρεστων ειδήσεων και διάθεσης, ίσως σε σημείο αναισθησίας.

Όλα τα παραπάνω έχουν την εύκολη εξήγησή τους, αρκεί η επισκόπηση να γίνει χρησιμοποιώντας τον μακροσκοπικό μας φακό. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη και τις δύο πλευρές γιατί και οι δύο αυτές εκφάνσεις της ζωής μας ορίζουν. Η χαρά είναι μια μικρή γέννηση, ένα μικρό θαύμα της ζωής, ενώ ο πόνος ένας μικρός θάνατος και, ανάλογα με την επικρατούσα διάθεση σε κάθε περίσταση, αυτό το συναίσθημα επικρατεί. Είμαστε καταδικασμένοι όμως να παραμένουμε έρμαια των εξωτερικών καταστάσεων και αυτές να ορίζουν τα συναισθήματά μας; Δεν υπάρχει συνταγή διαχείρισής τους; Φυσικά και υπάρχει.

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, η καθημερινότητα συμπορεύεται με μια γενικευμένη συννεφιασμένη διάθεση. Αυτό οφείλεται ξεκάθαρα στο γεγονός ότι η ίδια η ρουτίνα δεν είναι κάτι ευχάριστο. Ενδεδυμένη τον μανδύα της ασφάλειας καταπιέζει την εξερευνητική φύση του ανθρώπου μέχρι να τον πνίξει. Χάνεται έτσι η έκπληξη, το ενδιαφέρον, ο ενθουσιασμός. “Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος. Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;” θα μας πει ο Χρόνης Μίσσιος. Ας αντισταθούμε στη ρουτίνα λοιπόν, μικρές καθημερινές διέξοδοι, μικρές εκπλήξεις που μας θυμίζουν να ζήσουμε, αυτή είναι μια συνταγή. Αποζητούμε επίσης τον πόνο γιατί η φύση μας αποζητά τον θάνατο. Δεν έχουμε συμφιλιωθεί μαζί του όμως γι’ αυτό τον προτιμάμε σε μικρές δόσεις, ευκολότερα διαχειρίσιμες αλλά και βασανιστικά εξοντωτικές.

Όσον αφορά τη ζητούμενη απόδραση προς τη χαρά, αυτή βρίσκει πρόσφορο εδαφος σε συνθήκες χαλάρωσης, διακοπών, ακόμα και ενός διαλείμματος από τη δουλειά (παρεμπιπτόντως η ανάγκη διαλείμματος μπορεί να αποτελέσει έναν γρήγορο τρόπο διαχωρισμού της εργασίας [ετυμ: < έργο] από τη δουλειά [ετυμ: < δούλος], όταν κάποιος εργάζεται και δημιουργεί τότε ξεχνά το διάλειμμα, ξεχνιέται και από την πραγματικότητα). Με αυτόν τον τρόπο ζωής και σκέψης όμως η χαρά, σαν τη σύντομη στάση του βεδουίνου της ερήμου στη σκιά ενός φοίνικα, καταλήγει κι αυτή ένα “συναίσθημα φωτεινών διαλειμμάτων” με μόνιμη την αίσθηση του προσωρινού.

Η λανθασμένη εφαρμογή των παραπάνω δεν έγκειται στην ποσότητα αλλά στην ποιότητα των συναισθημάτων. Δεν θα πρέπει να είναι ο σκοπός μας να αυξήσουμε τις ευχάριστες και να μειώσουμε τις δυσάρεστες στιγμές γιατί αυτές δεν τις ορίζουμε, οφείλουμε όμως να τις διαχειριστούμε. Σύμφωνα με τον Νίτσε “δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες γεγονότων”. Έχοντας στον νου μας πάντα τη μεγάλη εικόνα όλα τα γεγονότα θα πρέπει να μπαίνουν στη σωστή τους διάσταση, όσο οδυνηρή και να είναι αυτή κάποιες φορές για την “προσωπική μας σφαίρα”. Το δυσάρεστο συμβάν της κόρης του γείτονα, όσο και να μας επηρεάζει, δεν είναι διαφορετικό από κάτι αντίστοιχο που συμβαίνει την ίδια στιγμή σε αναρίθμητα σημεία ανά την υφήλιο. Το ασθενοφόρο, αν και περνάει δίπλα μας, πιθανότατα κάνει ένα ακόμα δρομολόγιο από τα δεκάδες της ημέρας, μια απλή συζήτηση με έναν τραυματιοφορέα του ΕΚΑΒ θα μας δώσει μια διαφορετική, πιο ολοκληρωμένη, οπτική. Η τελευταία καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε, παρά την αποκαρδιωτική εικόνα που παρουσιάζει, δε θα πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το ενθαρρυντικό στατιστικό στοιχείο της αύξησης του πρασίνου της γης κατά 15% τα τελευταία χρόνια (γενικότερα υπάρχει πλήθος ευχάριστων ειδήσεων που συνειδητά ή ασυνείδητα αγνοούμε, ενδεικτικά προτείνεται η παρακολούθηση του επίκαιρου video με τα καλύτερα νέα από το 2019, θα μας δώσει μια τελείως διαφορετική εικόνα από αυτήν που έχουμε σχηματίσει επάνω σε πολλά θέματα).

Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η χαρά λοιπόν, γιατί όπως είπαμε δε μπορεί να είναι παρούσα σε κάθε γεγονός. Το παρεξηγημένο “ζήσε την κάθε στιγμή” επ’ ουδενί δε σημαίνει “ζήσε στο έπακρο, παραδώσου στις ορμές και τα πάθη σου”. Το ζητούμενο μπορεί να είναι όμως η μετριοπάθεια, αυτή δε φτάνει σε έκσταση, προϋποθέτει ψυχραιμία και, μέσω αυτής, οδηγεί στη θετική σκέψη και αισιοδοξία. Η καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων σημαίνει μικρότερη διακύμανσή τους. Τόσο η χαρά όσο και η λύπη δεν είναι μόνο μη διαχειρίσιμες όταν εκδηλώνονται σε υπερθετικό βαθμό, είναι και μη ρεαλιστικές. Ζούμε καλύτερα λοιπόν όταν κάθε στιγμή έχουμε τη μεγάλη εικόνα να μας συντροφεύει. Το συμπυκνωμένο “δακρυόεν γελάν” του Ομήρου, το “μηδέν άγαν” που διάβαζαν χαραγμένο σε περίοπτη θέση οι επισκέπτες του μαντείου των Δελφών, αυτός είναι ο δρόμος.

Δύσκολο; Ίσως, όσο εγκλωβιζόμαστε στον μικρόκοσμό μας. Ευκολότερο όσο μεγαλώνει το πεδίο, όσο διευρύνουμε την οπτική και τη γνώση μας. Και φαίνεται πια παιχνίδι όταν κοιτάμε από ψηλά…

(ακολουθεί Β’ μέρος με την αναζήτηση της απάντησης του δεύτερου σκέλους, της αλήθειας)

*Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα το atenizo.eu.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s